ἐνδεής

ἐνδεής
-ής,-ές + A 4-0-2-16-2=24 Dt 15,4.7.11; 24,14; Is 41,17
wanting or lacking in, in need of [τινος] Prv 7,7; in want, in need [abs.] Prv 13,25; οἱ ἐνδεεῖς the poor, the needy ones Is 41,17

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • ἐνδεής — wanting masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ενδεής — ές (AM ἐνδεής, ές) εκείνος που τού λείπουν ακόμη και τα απαραίτητα για τη ζωή του, άπορος, πάμφτωχος νεοελλ. το αρσ. ως ουσ. ο ενδεής γένος κολεόπτερων εντόμων αρχ. μσν. 1. αυτός που έχει έλλειψη από κάτι, ανάγκη να αποκτήσει κάτι («ἐνδεής τίνος» …   Dictionary of Greek

  • ἐνδεᾶ — ἐνδεής wanting neut nom/voc/acc pl ἐνδεής wanting neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) ἐνδεής wanting masc/fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδεῆ — ἐνδεής wanting neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἐνδεής wanting masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) ἐνδεής wanting masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδεέστερον — ἐνδεής wanting adverbial comp ἐνδεής wanting masc acc comp sg ἐνδεής wanting neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδεεστέραις — ἐνδεής wanting fem dat comp pl ἐνδεεστέρᾱͅς , ἐνδεής wanting fem dat comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδεεστέρω — ἐνδεής wanting masc/neut nom/voc/acc comp dual ἐνδεής wanting masc/neut gen comp sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδεεστέρων — ἐνδεής wanting fem gen comp pl ἐνδεής wanting masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδεεστέρως — ἐνδεής wanting masc acc comp pl (doric) ἐνδεής wanting comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδεές — ἐνδεής wanting masc/fem voc sg ἐνδεής wanting neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐνδεέστατον — ἐνδεής wanting masc acc superl sg ἐνδεής wanting neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”